ἄρος 1

ἄρος 1.
Grammatical information: n.
Meaning: = ὄφελος H.
Other forms: ἄρος· ὄφελος καὶ \<πέτρας\> κοιλάς, ἐν αἷς ὕδωρ ἁθροιζεται ὄμβριον, καὶ βλάβος ἀκούσιον H. For the other explanations s. ἄρος 2. and 3.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: One compares ἄρνυμαι.
Page in Frisk: 1,147

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄρος — use neut nom/voc/acc sg ἀρόω plough pres ind act 2nd sg ἀρόω plough imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρός — ο 1. φυσικός ή τεχνητός λάκκος σε πέτρα, όπου συγκεντρώνεται θαλασσινό ή βρόχινο νερό 2. η ποσότητα νερού που συγκεντρώνεται στον λάκκο 3. το αλάτι που απομένει μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού …   Dictionary of Greek

  • ἆρος — ἆ̱ρος , ἀρόω plough imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὤρος — ἄρος , ἄρος use neut nom/voc/acc sg ἄρος , ἀρόω plough pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυμάκαρ — αρος, ό, ἡ, Μ ο πολύ μακάριος, πολύ ευτυχισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + μάκαρ, αρος, «ευτυχής» (πρβλ. παμ μάκαρ)] …   Dictionary of Greek

  • σάκχαρ — αρος, τὸ, Α βλ. σάκχαρο …   Dictionary of Greek

  • σκίναρ — αρος, τὸ, Α το σώμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαϊκός τ. που συνδέεται πιθ. με τα σκῆνος / σκηνή] …   Dictionary of Greek

  • τρισμάκαρ — αρος, ὁ, ἡ, ΜΑ τρισευλογημένος, αυτός που τού αξίζει να τόν μακαρίζει κανείς πολλές φορές («Ἰωσὴφ τρισμάκαρ, κήδευσον τὸ σῶμα Χριστοῡ τοῡ Ζωοδότου», Ακολ. Μεγ. Παρασκευής). [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. τρισ / τρι * + μάκαρ «ευτυχής, μακάριος»] …   Dictionary of Greek

  • χριστομάκαρ — αρος, ὁ, ἡ, Μ εκκλ. ευλογημένος από τον Χριστό. [ΕΤΥΜΟΛ. < Χριστός + μάκαρ «ευτυχισμένος»] …   Dictionary of Greek

  • ἀρέων — ἄρος use neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀ̱ρέων , ἀείρω attach fut part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) ἀρά prayer fem gen pl (epic ionic) ἀρή prayer fem gen pl (epic ionic) αἴρω attach fut part act masc nom sg (epic doric ionic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρῶν — ἄρος use neut gen pl (attic epic doric) ἀ̱ρῶν , ἀείρω attach fut part act masc nom sg (attic epic doric) ἀρά prayer fem gen pl (ionic) ἀράζω snarl fut part act masc voc sg ἀράζω snarl fut part act neut nom/voc/acc sg ἀράζω snarl fut part act masc …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.